25.5.18

Όλα στη μαμά…

-->

[ από το χρονολόγιο του Μελέτη Κεχαΐδη στο Facebook ]


γράφει η Σωτηρία Ευθυμίου

Αναγνωστικές οδηγίες: Παρακαλώ να διαβαστεί με χαρτομάντηλα και soundtrack Γκάτσος & Ξαρχάκος, Μάνα μου Ελλάς.
Ευχαριστώ.

Μετά το κάλεσμα στήριξης-διαμαρτυρίας για την επίθεση στον δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη, αναρωτιέμαι γιατί ήμασταν μόνο τόσοι. Πρόκειται για αδιαφορία; Είχαν όλοι τους δουλειές και δεν μπόρεσαν να έρθουν; Δεν ήρθαν γιατί έβρεχε; Τι γίνεται με τα αντανακλαστικά του δημοκρατικού κόσμου της Θεσσαλονίκης; Ήξεραν ποιον ψήφισαν ή κάτι παρεξήγησαν; Ή μήπως φοβούνται;
Η Ελλάδα είναι η μαμά της Δημοκρατίας. Η μαμά εμένα με τρομάζει. Θέλει να σκοτώσει την κόρη της. Η μαμά είναι ζόμπι, μεταλλαγμένη, λες και κούρνιαζε για χρόνια στον πάτο του Θερμαϊκού και αναδύθηκε σαν κράκεν-πρεζάκι.
Τα σχόλια στο διαδίκτυο, στον δρόμο, στο λεωφορείο, είναι ζοφερά. Τα ξέρουμε, δεν θα τα επαναλάβω. Ποιο είναι το εύρος όμως αυτής της τοποθέτησης; Μάλλον αυτή είναι η δομή της προσωπικότητας της ελληνικής κοινωνίας, και είχα πιθανώς υποτιμήσει τη βαρύτατη παθολογία της χώρας μου. Ο φίλος μου ο Γιώργος μού λέει: «δεν συμφωνώ που δεν έχεις facebook, δεν έχεις καλή επαφή με την πραγματικότητα». Έτσι φαίνεται. Θέλω όμως και κρατάω αποστάσεις από αυτήν την πραγματικότητα που ζει μέσα σε διαστρεβλώσεις, με την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας να φτιάχνει ό,τι περσόνα εξυπηρετεί κάθε φορά, πίσω από τη δήθεν ασφάλεια της οθόνης ενός υπολογιστή. Ένας κόσμος ισοπεδωτικός και πρωτόγονος, μιας μαμάς που δεν αγκαλιάζει, δεν ταΐζει, αλλά υπόσχεται από τον ακρυλικό θρόνο της έναν παράδεισο, όπου τα παιδιά της μπορούν να είναι, να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν. Παιδιά-νάρκισσοι, βουλιμικά, που καταπίνουν, καταπίνουν και ύστερα ξερνάνε. Σε αυτόν τον κόσμο εγώ δεν βρίσκω θέση.


Αυτό που εκπροσωπεί ο Μπουτάρης στο μυαλό μου είναι κίνητρα ζωής. Η ελευθερία και η ευθύνη της αποδοχής, του να στηρίζεις το μέσα σου έξω, της ανοιχτωσιάς της σκέψης στην πράξη, του να δείχνεις κωλοδάχτυλο στον φόβο και να κάνεις το δικό σου. Αυτός είναι ο κόσμος μου. Μάλλον είμαι στον κόσμο μου. Έφαγε ξύλο και ένιωσα σα να μου δέσανε το χέρι στο τραπέζι και να βάλανε τον μπαλτά στο κωλοδάχτυλο. Φόβος παντού, τόσο μεγάλος φόβος, που νέοι δυνατοί άντρες τα κανονίσανε να την πέσουνε όλοι μαζί σε έναν ηλικιωμένο. Πόσο επικίνδυνος τους φαίνεται! Και από την άλλη, χαμένοι στο παραλήρημα της παντοδυναμίας τους, να δέρνουν τον Δήμαρχο της πόλης χύμα, μπροστά στον Λευκό Πύργο και μέρα μεσημέρι.
Αλλά έτσι είναι η μαμά, υπόσχεται:
«Εγώ στα δίνω όλα, κανακάρη μου, αλλά κι εσύ θα μου ανήκεις, θα ρουφάω φρέσκο αίμα και δεν θα πεθάνω ποτέ. Κοίτα, ακόμα σε βυζαίνω, η ρώγα μου έχει σαπίσει, το στήθος μου είναι στεγνό και άδειο, αλλά είμαι πάντα η μαμά. Αυτή η γνωστή, η ένδοξη, με τις παρελάσεις, τους εμφυλίους, τις μακεδονίες, τα τσαρούχια, τους ρουβίκωνες, το αρχαιοελληνικό πνεύμα το αθάνατο, την έντεχνη γκρίνια, τον σκυλάδικο νταλκά, τον «ελληνικό» τούρκικο, τα Πάτερ ημών στο σχολείο. Γιατί είσαι πάντα ένοχος, υπόλογος, πιστός κι αμαρτωλός. Και θα μου φέρνεις αιματάκι νόστιμο, ειδικά αυτό της αδελφούλας σου. Τα θέλει και τα παθαίνει η τσούλα, που μας το παίζει και κοσμοπολίτισσα.»
Ας πρόσεχες, Δήμαρχε. Παραείσαι ελεύθερος, παραείσαι έξυπνος και έχεις πολλές απαιτήσεις. Άκου ανοιχτή πόλη η «συμπρωτεύουσα»… Όλα στη μαμά…

24.5.18

Ο έρωτας στα γηρατειά




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

[ πρώτη δημοσίευση: Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 7.7.2002 ]


Ο Φίλιπ Ροθ αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς ζώντες* Αμερικανούς συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1933 σε μία μικροαστική εβραϊκή οικογένεια, στη βιομηχανική πόλη Νιούαρκ του Νιου Τζέρσι, απέναντι από τη Νέα Υόρκη. Άρχισε να γράφει στα μέσα της δεκαετίας του ’50.

Πρόκειται για συγγραφέα ειρωνικό, σαρκαστικό, με έναν πολύ δικό του τρόπο, μελαγχολικό, και ταυτόχρονα με διεισδυτικό, κριτικό βλέμμα στα ήθη και στη ζωή της μεταπολεμικής Αμερικής. Συχνά τα βιβλία του προκαλούν αντιδράσεις, που φτάνουν μέχρι το σκάνδαλο. Λόγου χάρη, αυτό συνέβη με το πρώτο του μυθιστόρημα, Αντίο Κολόμπους (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις), αλλά και με το περίφημο Η νόσος του Πορτνόυ (Εκδόσεις Γράμματα), για το οποίο μάλιστα ένα τμήμα της εβραϊκής κοινότητας τον αποκάλεσε «Εβραίο αντισημίτη».

O Ροθ είναι επίσης ιδιαίτερα παραγωγικός. Τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματά του Αμερικανικό ειδύλλιο (1997), Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998), και Η ανθρώπινη κηλίδα (2000) κέρδισαν αντιστοίχως τις διακρίσεις Ambassador Book Award, Pulitzer Prize και PEN/Faulkner Award.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα, Το ζώο που ξεψυχά (The Dying Animal, 2001), αποτελεί τρόπον τινά το επίμετρο της τριλογίας που συνιστούσαν τα τρία προαναφερθέντα βιβλία του. Η τριλογία αυτή φωτίζει το ιδεολογικό τοπίο της Αμερικής μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τείνει να αποδείξει πως ο αντικομμουνισμός, ο ψυχρός πόλεμος, το κίνημα των χίππυ’ς και πιο πρόσφατα η πολιτική ορθότητα συνδέονται ως ιδεολογίες. Στο Ζώο που ξεψυχά, ο Ροθ φιλοδοξεί να αναδείξει την επίδρασή τους στα σεξουαλικά ήθη του αμερικάνικου έθνους.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι συμπυκνωμένος Ροθ. Όπως το μυθιστόρημα του Ντον Ντελίλο Χρόνοι του σώματος είναι ένα σχετικά ολιγοσέλιδο βιβλίο 124 σελίδων ανάμεσα στα κατά τα άλλα εκτενή πεζογραφήματά του, έτσι και Το ζώο που ξεψυχά είναι μία γοργή καταβύθιση στο μυαλό του Ροθ. Οι δαιδαλώδεις εσωτερικοί μονόλογοί του, το ταλέντο του να υποτάσσει το κάθε τι σε λογοτεχνικούς όρους, η τάση του για διεξοδικές περιγραφές, η "χρέωση" κάθε άποψης στον αναγνώστη, συγκροτούν μία ομοβροντία που καθηλώνει.

Αφηγητής όμως εδώ δεν είναι ο Νέιθαν Ζάκερμαν, το προσφιλές άλτερ έγκο του Ροθ, αλλά ο Ντέιβιντ Κέπες, καθηγητής σε κολλέγιο της Νέας Υόρκης, και ταυτόχρονα διάσημος θεατρικός κριτικός με εκπομπή στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Παρά την ηλικία του (περασμένα τα 60), ο Κέπες είναι ιδιαίτερα δραστήριος ερωτικά, εξ ου και συνάπτει σχέση θερμή και παθιασμένη με μία μόλις 24χρονη φοιτήτριά του, ονόματι Κονσουέλα Καστίγιο, κόρη πλούσιων Κουβανών αυτοεξόριστων, η οποία καταφέρνει να αναστατώσει την ερωτική του ζωή. Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σαν ομολογία-μονόλογος με άγνωστο αποδέκτη, και περιστρέφεται ακριβώς γύρω από την ακμή και την παρακμή αυτής της σχέσης, όπως την αντιλαμβάνεται ο Κέπες: ένα αρσενικό αρπακτικό, που θήτευσε επί δεκαετίες (αφού χώρισε με τη γυναίκα του, το 1960) στο ελεύθερο σεξ και τώρα αντιλαμβάνεται ότι η συνθήκη του αρπακτικού είναι, μοιραία, η μοναξιά.

Στο επίκεντρο του τολμηρού αυτού βιβλίου βρίσκεται μία μάλλον βίαιη σκηνή στοματικού έρωτα, όπου η Κονσουέλα, αφού ικανοποιήσει τον Κέπες, τον δαγκώνει, δείχνοντάς του τα όρια της υπομονής της αλλά και την οικονομία της ανταλλαγής που τους έχει ρουφήξει και τους δύο τους μέσα της. Η σκηνή αυτή, που ίσως προκαλεί αμηχανία ή και ενόχληση στον αναγνώστη, λειτουργεί ρυθμιστικά για το υπόλοιπο του βιβλίου, που είναι η αφήγηση του ανεξέλεγκτου πάθους του Κέπες για τη νεαρή μαθήτρια του.

Ο Ροθ καταφέρνει να εντάξει κάθε σκηνή αλλά και κάθε περιγραφή χαρακτήρα που παίρνει μέρος στην πλοκή του Ζώου που ξεψυχά μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανδρικής σεξουαλικότητας, που είναι το βαθύτερο θέμα του μυθιστορήματος.

Η κοινωνία μας φαίνεται να πιστεύει ότι η σαρκική επιθυμία από μια ηλικία και έπειτα συνιστά ένα είδος απρέπειας, παραβλέποντας την αλήθεια: η επιθυμία εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη κι όταν το σώμα δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί. Αλλά η σαρκική επιθυμία που είναι παρούσα στα περισσότερα από τα έργα του του Ροθ θεωρήθηκε από πολλούς απρεπής πολύ πριν ο Ροθ πατήσει τα εβδομήντα — όση είναι περίπου και η ηλικία του Κέπες.


Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ και η Πενέλοπε Κρους στην «Ελεγεία του έρωτα» τανία της Ιζαμπέλ Κοϊξέτ 
βασισμένη στο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ «Το ζώο που ξεψυχά»

Το ζώο που ξεψυχά δεν είναι ακριβώς ένα "ευχάριστο" κείμενο• και δεν μπορεί εύκολο να κατηγορήσει κανείς τις γυναίκες που τυχόν θα θεωρήσουν ότι ότι τις προσβάλλει. Παρά ταύτα, στους χαρακτηρισμούς "άσχημο" ή "προσβλητικό" μπορεί κανείς να αντιτάξει τον χαρακτηρισμό: αληθινό. Γιατί, όπως ακριβώς και στην τριλογία του που προαναφέρθηκε, έτσι και εδώ, ο Ροθ προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που η κοινωνία θεωρεί αποδεκτό και σε αυτό που είναι αληθινό. Για τον ήρωα του Ροθ, το σεξ είναι ο πιο αληθινός δεσμός ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Τη φάση που εκείνος προετοιμάζεται να "αποπλανήσει" την Κονσουέλα, όταν συζητά μαζί της για τη ζωή της αλλά και για τη λογοτεχνία και για τη ζωγραφική, ο Κέπες την αποκαλεί κωμωδία κατά την οποία δημιουργούμε έναν σύνδεσμο άλλον από εκείνον (ούτε καν μπορεί να συγκριθεί) που δημιουργείται φυσικά   και    γνήσια από τον πόθο. Συζητά μαζί της για τον Κάφκα και τον Βελάσκεθ και διερωτάται: Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα βυζιά της και με το δέρμα της και με το παράστημά της; Η γαλλική τέχνη του φλερτ δεν μου προξενεί το παραμικρό ενδιαφέρον. Μόνον ο ζωώδης πόθος.

Όπως κάθε σπουδαίο κείμενο που ασχολείται με το σέξ —τα κείμενα του Χένρυ Μίλλερ αποτελούν λαμπρές εξαιρέσεις —, Το ζώο που ξεψυχά είναι ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Ο Κέπες νιώθει πια την ανάγκη για συντροφικότητα που τόσα χρόνια είχε καταπολεμήσει, όπως νιώθει και σκλάβος της ερωτικής του επιθυμίας. Κι όσο πιο πολύ του παραδίνεται η Κονσουέλα τόσο μεγαλώνει μέσα του ο φόβος ότι θα τη χάσει. Ετσι, Το ζώο που ξεψυχά γίνεται μία διακήρυξη του τι είναι δυνατόν να συμβεί ανάμεσα σε δύο αμοιβαία αποκλειστικές επιθυμίες. 

Μερικά χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Πικάσο παρουσίασε στην Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου μία σειρά έργων του με θέμα τον καλλιτέχνη και το μοντέλο του. Εκεί ο μεγάλος ζωγράφος συνέδεε τη φθίνουσα σεξουαλική δύναμη του δημιουργού με την παρακμή των καλλιτεχνικών του δυνάμεων. Στο Ζώο που ξεψυχά, ο καλλιτέχνης και το μοντέλο, η αισθησιακή θεότητα και ο θερμός της λάτρης, συναντιούνται σε ένα γήπεδο, και η αναμέτρησή τους προκαλεί θλίψη και συγκίνηση ταυτόχρονα. Και ο Ροθ, όμοια με τον Πικάσο, φαίνεται να συνδέει τη δύναμη της τέχνης με τη σεξουαλική ορμή: και τα δύο είναι τρόποι αντιμετώπισης του θανάτου.

Κείμενο παθιασμένης αμεσότητας αλλά και καίριας διερεύνησης της δέσμευσης και της ελευθερίας, Το ζώο που ξεψυχά είναι διανοητικά τολμηρό, πειστικά ειλικρινές, και εξαιρετικά σύγχρονο: μία ιστορία σεξουαλικής ανακάλυψης που την αφηγείται ένας 70χρονος για τον εαυτό του· μία ιστορία για τη δύναμη του έρωτα και για την πραγματικότητα του θανάτου.

* Ο Ροθ πέθανε στις 22 Μαΐου 2018 στη Νέα Υόρκη.




Φίλιπ Ροθ
Το ζώο που ξεψυχά
Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς
Αθήνα
Εκδόσεις Πόλις 2002
149 σελ.



7.5.18

Πικρά μυστικά μέσα σε λαχταριστό γλύκισμα



γράφει η Χρύσα Τσαλικίδου         
        
H Μαύρη τούρτα της Χριστίνας Μούτσου είναι ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει με την αλήθεια και την αμεσότητά του. Μέσα από μία μη γραμμική αφήγηση, τόσο έξυπνα δομημένη που θα τολμούσα να πω ότι φτάνει σχεδόν το σασπένς, ο αναγνώστης γνωρίζει σιγά σιγά τους ήρωες και τα κίνητρά τους. Οι ήρωες είναι ολοζώντανοι, γνήσιοι, φέρουν όλη την πολυπλοκότητα και την τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Σχεδόν ανασαίνουν στο χαρτί. Περιγράφονται σφαιρικά, με όλα τα προτερήματα και ελαττώματά τους· η συγγραφέας δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν παρασύρεται και δεν χρησιμοποιεί καμιά ευκολία. Εξετάζει τους χαρακτήρες της από κάθε πλευρά, τους ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια και τους παραδίδει στην κρίση μας. Τους ξεγυμνώνει, αλλά με τρυφερότητα, ενσυναίσθηση και πηγαία ανθρωπιά.
   Παράλληλα, δημιουργεί μία συναρπαστική πλοκή, τόσο που το βιβλίο διαβάζεται με μια ανάσα. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες, γιατί αναγνωρίζεις σ’ αυτούς τον εαυτό σου, τις αγωνίες και τα μυστικά σου, τις επιθυμίες και τα πάθη σου, τα ψεγάδια και τη δύναμή σου. Οι αμφιβολίες και τα λάθη τους, οι συμβιβασμοί και οι θυσίες τους, εντέλει η συνέπεια ή η έλλειψή της, αποτυπώνονται με σπάνια τόλμη, και ο αναγνώστης προσλαμβάνει τα τεκταινόμενα ως σπαράγματα αληθινής ζωής. Άλλωστε, είναι ακριβώς αυτή η λαμπρή αλήθεια του βιβλίου που κυριολεκτικά σε καθηλώνει. Αποσπά την προσοχή, απαιτεί την προσήλωσή σου και τελειώνοντάς το έχεις την αίσθηση ότι όχι απλώς παρακολούθησες, αλλά και συμμετείχες σε μία παράσταση όπου η γνησιότητα συνυπήρχε με τη μαεστρία. Κι αυτό οφείλεται στην απίστευτη ζωντάνια που αποπνέει ο κάθε χαρακτήρας, από τους πλέον κεντρικούς μέχρι αυτόν που παίζει τον μικρότερο ρόλο στην ιστορία. Οι αντιφάσεις και η διαρκής εσωτερική πάλη της Ελένης, της ηρωίδας του μυθιστορήματος, η καρτερικότητά της Ελεωνόρας, η ανευθυνότητα του Ντίνου, η αδυναμία της Δάφνης να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, αλλά και τα περιγράμματα των ήσσονων χαρακτήρων σκιαγραφούνται αδρά, ενώ οι αναμεταξύ τους συγκρούσεις εκπλήσσουν με τη σφοδρότητα και την ειλικρίνεια με την οποία αποδίδονται.
         Αλλά εκείνα που ερευνώνται εξαντλητικά και κυριαρχούν στο βιβλίο είναι η σχέση μάνας-κόρης και το σχήμα της οικογένειας, μ’ όλον τον αλληλοσπαραγμό και τη συνενοχή της. Ο τρόπος που φωτίζονται τούτες οι σχέσεις είναι συναρπαστικός, καμιά όψη τους δεν μένει στο σκοτάδι, κι όλ’ αυτά δίχως ίχνος μελοδραματισμού. Η Χριστίνα Μούτσου καταφέρνει στο πρώτο της μυθιστόρημα να φτάσει σε εντυπωσιακά βάθη, κρατώντας παράλληλα θαυμαστές ισορροπίες στην αφήγησή της. Οι φωνές των ηρώων της ακούγονται χωρίς να κραυγάζουν, και είναι τέτοια η αλήθεια τους που μένουν ν’ αντηχούν καιρό στ’ αυτιά του αναγνώστη. Κάποιοι απ’ αυτούς περνούν τη ζωή τους μέσα σε μιαν ήσυχη απελπισία, άλλοι δέχονται τις συνέπειες των επιλογών τους μέσα από σκληρές δοκιμασίες και προχωρούν προς τη λύτρωση. Όμως όλοι αφήνουν το σημάδι τους.
         Η συγγραφέας,αντλεί από την εμπειρία της  ως ψυχοθεραπεύτριας για να φτιάξει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, αλλά ο λόγος της είναι λιτός, καθαρός, χωρίς επίφαση επιστημοσύνης, προσιτός σε όλους. Και αυτή η ευκρίνεια είναι ένα ακόμη από τα προτερήματα του βιβλίου. Γοητεύει με την απλότητα του ύφους της, που όμως δεν γίνεται ποτέ απλοϊκότητα. Οι πιο περίπλοκες καταστάσεις περιγράφονται απέριττα, δωρικά σχεδόν, και η μία στρώση της τούρτας μετά την άλλη έρχονται ξεχωριστά στο φως, κάποτε ολόγλυκες, κάποτε με μια επίγευση πίκρας, ακριβώς όπως συμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις και στη σταδιακή αποκάλυψη των πτυχώσεων της ανθρώπινης ψυχής.
         Αλλά αυτή η Μαύρη Τούρτα είναι σοφά μαγειρεμένη: η κάθε μπουκιά είναι χορταστική, ο συνδυασμός των γεύσεων πετυχημένος και διαθέτει κάτι περισσότερο από νοστιμιά: μ’ έναν μαγικό τρόπο σ’ αφήνει σοφότερο.