11.11.17

Κυκλοφορεί στις 25/11 το τχ. 113 του Εντευκτηρίου



Χειμωνιάτικο τεύχος, με... ισοθερμικό περίβλημα!

Δεύτερο τεύχος της 30ετίας του Εντευκτηρίου, με αυστηρά επιλεγμένη ύλη


Προκειμένου να ... συσφίξουμε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις μας, το Εντευκτήριο σάς δίνει τη δυνατότητα να προαγοράσετε το νέο (υπό έκδοση) τεύχος του, που θα κυκλοφορήσει στις 25 Νοεμβρίου, και να το παραλάβετε στη διεύθυνση που θα επιλέξετε (ή να το στείλετε σε φιλικό σας / αγαπημένο σας πρόσωπο) στην τιμή λιανικής πώλησής του (10 ευρώ), εφόσον το αντίτιμο κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς καμιά επιβάρυνση για έξοδα συσκευασίας και αποστολής. Εάν ενδιαφέρεστε, στείλτε μήνυμα στο entefkti@otenet.gr μέχρι 20 Νοεμβρίου….

Επειδή οι καιροί είναι δύσκολοι για όλους και απαιτούν αλληλεγγύη και αλληλοϋποστήριξη ― αλλά και επειδή η ζωή (οφείλει να) συνεχίζεται, το Εντευκτήριο προσφέρει σε όσους συγγραφείς επιθυμούν να διαφημίσουν κάποιο βιβλίο τους στο υπό έκδοση τεύχος του περιοδικού (Νο 113) διαφημιστικό χώρο μισής σελίδας, στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ. Όσοι ενδιαφέρονται, ας στείλουν το συντομότερο μήνυμα στο entefkti@otenet.gr


2.11.17

Καλοκαιρινές διακοπές ως ερωτική γιορτή


[Με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Πιερ Πάολο Παζολίνι (2.11.1975), αναρτώ εδώ ένα κείμενό μου δημοσιευμένο στην Καθημερινή στις 7.10.2007]

Του Γιώργου Κορδομενίδη* Πιερ Πάολο Παζολίνι
Το μακρύ ταξίδι της άμμου
φωτογραφίες: Φιλίπ Σεκλιέ
μετ.: Μπουμπουλίνα Νικάκη
εκδ. Ηλέκτρα 2006, 260 σελ.


Στα τέλη της δεκαετίας του '60, η Ιταλία, όπως και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, άρχισε να γνωρίζει τον ραγδαίο καταναλωτισμό κι έναν τρόπο ζωής επηρεασμένο από τα αμερικανικά πρότυπα.
Τότε, το ιταλικό περιοδικό ποικίλης ύλης «Successo» αποφάσισε να ασχοληθεί με το καινούριο φαινόμενο της τουριστικής «αξιοποίησης» της φυσικής ομορφιάς της χώρας, αλλά και με τις γενικότερες αλλαγές στη νοοτροπία των Ιταλών. Οι οποίοι, αφού αγωνίστηκαν να ξαναφέρουν την πατρίδα τους στα ίσα της μετά τα δεινά του μεγάλου πολέμου και πλημμύρισαν τα σπίτια τους με ηλεκτρικές συσκευές, είχαν αρχίσει να σκέφτονται και κάνα χαλαρωτικό μπάνιο.



Το σκεπτικό του περιοδικού ήταν να χρησιμοποιηθεί ο ήδη φημισμένος φωτογράφος (και βασικός συνεργάτης της εφημερίδας «Il Mondo») Πάολο ντι Πάολο, αλλά και ένας συγγραφέας νέος και μη συμβατικός. Επελέγη, λοιπόν, ο 37χρονος τότε Πιερ Πάολο Παζολίνι, που βρισκόταν στο επίκεντρο συζητήσεων των καλλιτεχνικών κύκλων κυρίως για το δεύτερο μυθιστόρημά του, «Μια βίαιη ζωή», στο οποίο μερικοί έβρισκαν στοιχεία πορνογραφίας.



Φωτογράφος και συγγραφέας ταξίδεψαν τον Αύγουστο του 1959 με ένα Φίατ 1.100 κατά μήκος των ιταλικών ακτών, καταγράφοντας -με λόγο και εικόνες- τοπία, εγκαταστάσεις και ανθρώπινα στιγμιότυπα του μεσογειακού καλοκαιριού. Ο καρπός της περιπλάνησής τους δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά σε τρία διαδοχικά τεύχη του «Successo».

Αυστηρός με τον εαυτό του, ο Παζολίνι αργότερα θα χαρακτηρίσει το οδοιπορικό του «ταξιδιωτικές εντυπώσεις [...] μικρά κείμενα, τίποτα τρομερά σοβαρό, επιδερμικά». Αλλά δεν είναι έτσι. Ο οξυδερκής παρατηρητής της ζωής δεν γινόταν να μεταμορφωθεί ξαφνικά σε ανώδυνο καταγραφέα του ξένοιαστου ιταλικού καλοκαιριού. Η ματιά του συνδυάζει τη διεισδυτικότητα του σκηνοθέτη με την οικονομία λόγου του ποιητή και την αφηγηματική ικανότητα του πεζογράφου. Γεμίζει το ημερολόγιό του με εγγραφές για την ομορφιά του τοπίου και την αυθόρμητη καθημερινή ζωή σε μια Ιταλία σχετικά απρόσβλητη ακόμη από τη βιομηχανική ανάπτυξη και τις συντριπτικές μάζες των τουριστών: «[...] το Πόρτο Πάλο, ένα φτωχό χωριουδάκι, λουφαγμένο πίσω από αυτή τη γλώσσα γης, με σειρές από κόκκινα σπιτάκια, και τα απόβλητα νερά να τρέχουν μέσα στους δρόμους αυλάκια: όλος ο κόσμος είναι έξω, και είναι ο ωραιότερος κόσμος της Ιταλίας, καθαρή ράτσα, κομψή, δυνατή και γλυκιά» υμνεί τον καλοκαιρινό ουρανό, τις χρυσές αμμουδιές και τον αστραφτερό ήλιο. 



Αλλά με την άκρη του ματιού του παρακολουθεί και τους μοναχικούς ανθρώπους, τους ασταθείς, τους μετέωρους. Και αφήνει να παρεισφρύσουν στο οδοιπορικό του σκέψεις και παρατηρήσεις έντονης κριτικής στο αναδυόμενο φαινόμενο του «εξωραϊσμού»: «Και τώρα, ποιος ηλίθιος, ποιο κάθαρμα επέτρεψε να βάψουν όλα αυτά τα σπίτια με ένα χρώμα που θυμίζει κακά μικρού παιδιού; Με αυτά τα φριχτά ροζ και κίτρινα της αιώνιας αστικής ηλιθιότητας; Πού πήγαν οι κοπέλες με τα σκουλαρίκια, που ήταν εκεί όχι εννιά αιώνες πριν αλλά εννιά χρόνια νωρίτερα; Πού είναι οι ναυτικοί των οποίων η κόμη από το μέτωπο στον αυχένα σχηματίζει έναν ήλιο;» Εξίσου δριμύς είναι και απέναντι στο φαινόμενο του μαζικού τουρισμού: «Είναι ο παρδαλός χείμαρρος της ζωής, που έχει πάθει ασφυξία από την επιθυμία να υπάρχει, με την πιο άμεση έννοια: δεν έχει σημασία πώς, αλλά απλώς να υπάρχει, εδώ, στις υπέροχες παραλίες, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, να χαρεί το καλοκαίρι, να βάλει τα δυνατά του να είναι ευτυχισμένος, γνήσια ευτυχισμένος, να δει, να τον δουν, μέσα σε μια ερωτική γιορτή.»
Τα σχόλιά του μάλιστα για ένα χωριό της Καλαβρίας δημιούργησαν ολόκληρο πολιτικό ζήτημα: «το Κούτρο [...] είναι πραγματικά ο τόπος των κακοποιών, όπως τον βλέπουμε στα γουέστερν. Να οι γυναίκες των κακοποιών, να οι γιοι των κακοποιών. Το νιώθει κανείς, δεν ξέρω πώς, ότι είμαστε εκτός νόμου, ή τουλάχιστον μακριά από την κουλτούρα του δικού μας κόσμου, σε άλλο κόσμο.»



Μόνο το Φριούλι των παιδικών του χρόνων αξιώνεται την επιδοκιμασία του: «Η αρχιτεκτονική των επαύλεων είναι κομψή και φροντισμένη, πολύς χώρος και ο αέρας που αναπνέουμε είναι πραγματικά αντάξιος μιας μικρής ευρωπαϊκής παραλίας α λα αμερικανικά. [...] Το γκριζογάλανο του ουρανού και το πράσινο των δέντρων, ο άργυρος και το κοβάλτιο, που χάνονται στο μικρό λιμάνι, και το χρυσαφί της νεότητας πλάθουν έναν τόπο για την ψυχή».
Θεματολογικά, η αφήγηση μοιράζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο αφορά την Τυρρηνική ακτή μέχρι τη Νάπολη. Το δεύτερο είναι μια καταβύθιση στο διάκενο μεταξύ της Σικελίας (βαρυμένης με την εγκληματικότητα) και της Καλαβρίας (στιγματισμένης από τη μελαγχολία). Το τρίτο είναι η ακτή της Αδριατικής, όπου βρίσκουμε και τις περισσότερες αναφορές του Παζολίνι στον εύφορο κήπο της παιδικής του ηλικίας.
Το 2001, ο δημοσιογράφος και (όψιμος) φωτογράφος Φιλίπ Σεκλιέ, λάτρης του Ιταλού σκηνοθέτη και συγγραφέα, επαναλαμβάνει το ταξίδι του 1959, τραβώντας μια δική του σειρά φωτογραφιών με όσα περιέγραφε στις εντυπώσεις του ο Παζολίνι. Οι φωτογραφίες του αυτές πλουτίζουν τον ιδιαίτερα φροντισμένο τόμο των εκδόσεων «Ηλέκτρα», μαζί με τις αναπαραγωγές των δακτυλόγραφων σελίδων του Παζολίνι και τις χειρόγραφες επιστολές του - τα δύο τελευταία τυπωμένα σε διαφορετικό χαρτί.

Τριάντα χρόνια μετά...
Ο Παζολίνι γεννήθηκε το 1922 στην Μπολόνια, πρώτο αγόρι του Κάρλο Αλμπέρτο, στρατιωτικού καριέρας, και της Σουζάνα, μικροαστής δασκάλας με αγροτικές ρίζες από την περιοχή του Φριούλι. Θα ακολουθήσει τις μετακινήσεις του πατέρα του, από μονάδα σε μονάδα και θα ζήσει σε διάφορες πόλεις, μέχρις ότου, έπειτα από ένα σκάνδαλο όπου βρέθηκε κατηγορούμενος για αποπλάνηση ανηλίκου, και παρότι το δικαστήριο των απάλλαξε, εγκατασταθεί οριστικά στη Ρώμη, το 1949. Εκεί θα γράψει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο, θα γυρίσει ταινίες μοναδικές, θα ασκήσει μαχητική αρθρογραφία για την πολιτική κατάσταση στη χώρα του, για τον ρόλο της καθολικής Εκκλησίας, κατά των αμβλώσεων κ.λπ. Ολα αυτά θα τον καταστήσουν στόχο πολυάριθμων δικαστικών διώξεων, μέχρις ότου δολοφονηθεί φρικτά τη νύχτα μεταξύ 1 και 2 Νοεμβρίου 1975, στην Οστια, ένα προάστιο της Ρώμης. Τριάντα και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του, φίλοι και εχθροί τροφοδοτούν τον μύθο του. Το όνομά του: Πιερ Πάολο Παζολίνι.

1.11.17

Τέλλος Φίλης: Τοξική αγάπη


[ από την παράσταση του έργου Festen, ΚΘΒΕ ]
Ξημερώματα εξακολουθώ να παίζω αυτό το παιχνίδι της κανονικότητας που ορίσαμε, με ψυχραιμία. Έρχεσαι, κάθεσαι δίπλα μου μυρίζοντας σουβλάκια που μόλις έφαγες, μου χαμογελάς συνωμοτικά και στήνεσαι στον φωτογράφο, σε λίγο αρχίζει η τελετή, κάτι νεκρό πλανιέται στην ατμόσφαιρα, βγαίνω να καπνίσω, έρχεσαι μαζί μου, καπνίζεις κι εσύ, ο τρόπος που με κοιτάς στα μάτια μού είναι από καιρό προβλέψιμος, δεν με ταράζει πια, με σώζουν φίλοι από τα παλιά, σαν σαλιγκάρια μετά τη βροχή που εμφανίζονται, έχω αφήσει ένα αναπάντητο mail που 'χει μια ωραία λέξη μέσα.

Θέλω να σου μιλήσω για την αγάπη σου, πόσο τοξική είναι τελικά, αλλά προτιμώ να συνεχίσω να κάνω τον αδιάφορο. Σε βλέπω πως θες να με παρασύρεις, σχηματίζεις προστατευτικό κλοιό γύρω μου, κι όμως σε νιώθω σαν πετρελαιοκηλίδα στη θάλασσα που περιέχω.

Δεν φοβάμαι πια, μα να, είναι που θεραπεύομαι από την τοξική σου αγάπη και δεν έχω ανάγκη τα χάπια - συναισθήματά σου πάνω μου. Ίσως να νιώθω ακόμη και ενόχληση, μα έχω περιθώρια, γι' αυτό δεν αντιδρώ. Τα συμπτώματα υπάρχουν ακόμη αλλά με χαμηλότερα συστατικά, τηλεφωνώ στην άμεση δράση του καιρού, αλλά το τηλέφωνο είναι ανενεργό κι έτσι προτιμώ να το ζήσω το αποψινό κι όπου με βγάλει.

Και τώρα, ξημερώματα σχεδόν, στέλνω λάθος σινιάλα από το λιμάνι, σε πλοία που χάσανε τον δρόμο αλλά έχουν εμπορεύματα πολύτιμα, μόνο που δεν το ξέρουν κι ίσως δε θέλουν να το μάθουν κιόλας, μα σίγουρα δεν είναι τοξικά και σίγουρα μπορώ, αν το αποφασίσω, να μπαρκάρω μαζί τους στα πιο ακανόνιστα δρομολόγια.

Ξημερώματα κι όλο και λιγότερα τοξικά απόβλητα αισθάνομαι μέσα μου, σαν να τα απέβαλα ξαφνικά, σαν να με ηρέμησε αυτή η λέξη του mail. Πετάω το αποτσίγαρο στη θάλασσα, παραδόξως δεν παίρνει φωτιά, σημάδι πως η πιο απρόβλεπτη εκδοχή υπάρχει μόνο στην κανονική ζωή.

29.10.17

Χρήστος Αγγελάκος: Βίκτωρας (προδημοσίευση)



[ Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αγγελάκου Ψεύτικοι δίδυμοι, που κυκλοφορείται στις 6 Νοεμβρίου 2017 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. ]

Βρέχει εδώ κι έξι μέρες, δεν ξέρω αν βρέχει έξω ή μέσα στο κεφάλι μου. Χτες μου φέρανε ένα καινούργιο βιβλίο, είδα τις σελίδες του μουσκεμένες. Οι άλλοι λένε, δεν σου φτουράνε τα βιβλία εδώ μέσα, τα περισσότερα τα τελειώνω την ίδια μέρα, άλλα την επομένη, τα πιο χοντρά στη βδομάδα πάνω. Από πέρυσι, ο κύριος Παυλάτος μού κουβαλάει βιβλία απ’ το σπίτι του, περίμενε να διαβάσω πρώτα τα δανεικά από τη βιβλιοθήκη της φυλακής. Τις προάλλες μου είπε, αύριο θα σου φέρω το  Έγκλημα και τιμωρία. Με είδε που προχώρησα αυτά τα δύο χρόνια, ούτε κι εγώ ξέρω πόσα έχω διαβάσει. Θα κάτσω μια μέρα να μετρήσω τους τίτλους, τους σημειώνω σ’ ένα μπλοκ, ακόμη θυμάμαι τον πρώτο μου, Λαχνός υπ’ αριθμόν 9672. Μακάρι να είχα από πριν έναν κύριο Παυλάτο στη ζωή μου, μακάρι να τον είχες κι εσύ, θα ήμαστε διαφορετικοί τώρα, χειρότεροι ή καλύτεροι δεν ξέρω – πάντως διαφορετικοί. Καμιά φορά κάνω πλάκα και τον ρωτάω, μου φέρατε τη δόση μου, έχω εθιστεί στο διάβασμα, και δεν είναι και τόσο πλάκα δηλαδή, με πιάνει ώρες ώρες μια αγωνία πως θα εξαφανιστεί ο κύριος Παυλάτος, όπως εξαφανίστηκες κι εσύ, θα πάψει να μου φέρνει βιβλία, και θα κοπεί μαχαίρι η εξάρτησή μου, και θα ’χω πόνους στα κόκαλα και στο σώμα, και οι πόνοι θα είναι φριχτοί. Όπως την πάτησε κι ο Γιωργής, που του κόψανε την ντρόγκα ξαφνικά, και τον έβλεπα να χτυπιέται στο διπλανό κρεβάτι, να λυγίζει το σώμα του από τους σπασμούςΈβαζε τις φωνές, ερχόταν ο νοσοκόμος και του ’δινε κι άλλα χάπια, κι ο Γιωργής ηρεμούσε, αλλά ίδιος δεν ξανάγινε ποτέΈτσι νομίζω πως θα καταντήσω κι εγώ άμα μου στερήσουνε το διάβασμα, εσύ θα σκέφτεσαι τι μαλακίες σου λέω τώρα, αλλά μου έχει γίνει κάτι σαν ψύχωση, κι ο Γιωργής είναι άλλος πια απ’ όταν γύρισε από το Αιγινήτειο, δεν ξεμυτίζει απ’ το κρεβάτι του, με κοιτάζει να γυρίζω τις σελίδες και δεν βγάζει άχνα, ενώ πριν όλο και κάτι έλεγε. Μια φορά τον έπιασε η φλυαρία και μου είπε τα πάντα με το νι και με το σίγμα, πώς μπήκε στη φάση, πώς άρχισε τις φούντες και τα τριπάκια και τις σνιφιές, μέχρι που έγινε βαποράκι για τη δόση του, κι άρχισε να σουτάρει στις φλέβες, έφτασε στα δεκαπέντε του και τις είχε ρημάξει μία μία. Φλυαρία κανονική, και μου ’πε και πώς τον συλλάβανε, με πόσα τζι ήτανε φορτωμένος, και που τον πήγανε στο τμήμα. Τον γδύσανε και του ανοίξανε τον κώλο, και η τηλεόραση εκείνη την ώρα έπαιζε τον θάνατο του Μάικλ Τζάκσον, και ο Γιωργής είπε πως έσπασε μια λάμπα στο κεφάλι του. Άκουσε ένα τσαφ και η λάμπα του μυαλού του έσβησε, κι από τότε βλέπει τα χρώματα όπως κι εμείς, αλλά τα βλέπει πιο πένθιμα, πιο μουντά και πιο σκούρα. [...]





24.10.17

«Eίναι γλυκύς ο θάνατος μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα» (για τον Γιάννη Παντή)



γράφει η Ελένη Χοντολίδου


«Eίναι γλυκύς ο θάνατος μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα»

Οριστικά ανεπίδοτο γράμμα στον Γιάννη Παντή

Oι στίχοι του τραγουδιού από την Πρώτη Ωδή του Κάλβου («Φιλόπατρις»), http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=183&author_id=13, όταν κατέβαζαν τον Γιάννη στο χώμα. Και τότε δικαιώθηκε η απόφαση της Ειρήνης να έρθουμε όλες και όλοι εδώ, στη γενέτειρά σου. Τόσοι πολλοί που χρειάστηκε τροχαία για να μας βάλει σε τάξη. Οι συντοπίτες σου, οι συνάδελφοί σου, όλοι εμείς που «μας φίλεψες παρηγοριά κι εγκαρτέρηση». Και δύο υπουργοί: ο συντοπίτης Κοντονής και ο Γαρβρόγλου από το Παιδείας. Και ο Φίλης, που η στάση του με έκανε να τον εκτιμήσω παραπάνω. Και η «συμμορία» του Μπαράκα, οι παλιοί Ρηγάδες. Και μέσω ημών με sms, ο Μιχάλης, η Τζένη, η Γκέλη… Ο Διονύσης σου ξαφνικά ωρίμασε. Και η νεανική σου φωτογραφία με τη μαλλούρα πάνω στο φέρετρο. Αχ, βρε Γιάννη! Τι πήγες κι έκανες;
Και, παρά την επιθυμία της οικογένειας, τα στεφάνια, δεν τα μέτρησα. Πενήντα; Εξήντα; Οι απόφΥτοι (!) του Α.Π.Θ., το Α.Π.Θ., το Τμήμα σου, ο ΣΥΡΙΖΑ, η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, ο πρωθυπουργός, ο δήμαρχος Ζακύνθου, το Τμήμα σου, περιβαλλοντικές οργανώσεις που έστησες και δούλεψες γι αυτές… οι Υπουργοί. Το γλυκύτερο όλων: 1ο Δημοτικό Ζακύνθου. Γιάννη μου, τι πήγες κι έκανες; Να μας δοκιμάσεις ήθελες; Δεν ήξερες;
Στον τόπο σου, με το ηλιοβασίλεμα να μας αποχαιρετά η δύσκολη μέρα καθώς εμείς αποχαιρετούσαμε εσένα. Όμορφη η Ζάκυνθος ― αλλά δεν χρειαζόταν να τη γνωρίσουμε έτσι… Πλαντάξαμε στο κλάμα. Κι καθώς γυρνούσαμε με το λεωφορείο, ήταν σαν να είδαμε ή μάλλον σαν να ήμασταν μέρος ενός κακόγουστου ονείρου και πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη θα είσαι στην άλλη άκρη της γραμμής. Να σε πρήζω και να μου δείχνεις με συνέπεια την αγάπη σου και την αφοσίωσή σου στο προσφυγικό. Δώσαμε με τον Γιώργο την υπόσχεση να συνεχίσουμε πεισματικά αυτά που ξεκίνησες με τα προσφυγάκια μας, μόνο που χρειάζονται στη θέση σου τρεις άνθρωποι. Αχ, βρε Γιάννη! Τι πήγες κι έκανες;
Σαν πανελλαδική συνέλευση του παλιού καιρού ήταν στην Κυλήνη, όταν άρχισαν να μαζεύονται σύντροφοι, συνάδελφοι και φίλοι σου από όλα τα πανεπιστήμια της χώρας (Πάτρα, Γιάννενα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Κοσμήτορες και πρόεδροι Τμημάτων, ο Πρύτανης και δύο αναπληρωτές πρύτανη του Α.Π.Θ., οι δύο αντιπρυτάνεις της θητείας σου, η Δέσπω και η Σόφη, θαρρώ όλος ο Τομέας σου. Λίγο γερασμένοι αλλά αναγνωρίσιμοι όλοι εμείς, με τη δική σου μούρλα, ξέρεις εσύ… Αχ, βρε Γιάννη μου, τι πήγες κι έκανες;!



Σε φαντάζομαι με εκείνο το υπέροχο και αμφίσημο χαμόγελό σου να μας κοιτάς όλους εμάς που ήρθαμε από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να χαίρεσαι που μας μάζεψες όλους στην αγαπημένη σου Ζάκυνθο. Και να μας βγάζεις τη γλώσσα περιπαικτικά. «Κ…ες, σας έφερα στην πατρίδα μου!».
Μέρες τώρα ψάχνω τα σημάδια σου στη ζωή μου, στη ζωή μας. Φωτογραφίες, οι λόγοι σου σε όσα κάναμε μαζί, τα sms όταν τα καταφέραμε με τα σχολεία για τα προσφυγάκια. Και να σώζω το κάθε μήνυμα που γράφτηκε για σένα… Αχ, βρε Γιάννη μου! Τι πήγες κι έκανες;


-->
ΥΓ. Κύριε, αρκετά μου δίδαξες τα δικαιώματά Σου! Φτάνει, κάνε μία παύση…

8.10.17

Λούλα Αναγνωστάκη: ✝ 8.10.2017


Φωτό: Σπύρος Στάβερης

Σήμερα το πρωί πέθανε η Λούλα Αναγνωστάκη. Το Εντευκτήριο εκφράζει στον γιο της, συγγραφέα Θανάση Χειμωνά, τα θερμά του συλλυπητήρια. ― Γ.Κ.

Σύμφωνα με το βιογραφικό της που υπάρχει στη Βιβλιονέτ, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1930 και ήταν μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη. Εμφανίστηκε στο θέατρο το 1965 με την τριλογία της Πόλης ("Η διανυκτέρευση", "Η πόλη", "Η παρέλαση"), που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Το Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το τρίπρακτο έργο της "Η συναναστροφή", σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Ακολούθησαν: "Αντόνιο ή το Μήνυμα" (1972), "Η νίκη" (1978), "Η κασέτα" (1982), "Ο ήχος του όπλου" (1987), όλα από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη - Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο "Διαμάντια και μπλουζ", σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε Το "Ταξίδι μακριά" από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο "Ο ουρανός κατακόκκινος" από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο "Σ' εσάς που με ακούτε" από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη έχουν επίσης παρουσιαστεί από Αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).
Δημιουργός μιας ιδιαίτερης γραφής, η Λούλα Αναγνωστάκη αποτύπωσε στα έργα της το εσωτερικό τοπίο του σύγχρονου Έλληνα και τις μεταβολές του υπό την επίδραση της Ιστορίας. Πραγματεύτηκε τα σημαντικότερα θέματα της μεταπολεμικής περιόδου στη χώρα μας, όπως το τραύμα, η ενοχή, η μοναξιά, η ήττα. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας και μετά τη μεταπολίτευση, πραγματεύεται τον εγκλωβισμό των ανθρώπων και των κοινωνιών, τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας και το αίσθημα ασφυξίας του ατόμου. Βαδίζει το δικό της δημιουργικό, μοναχικό δρόμο, επενδύοντας ιδιαιτέρως στη μουσική διάσταση του λόγου της, που ενισχύει τη δραματικότητα και την εμβέλειά του.
Παντρεύτηκε τον συγγραφέα και καθηγητή Ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και ήταν μητέρα του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2016) Η τριλογία της πόλης, Κάπα Εκδοτική
(2008) Θέατρο, Κέδρος
(2008) Θέατρο, Κέδρος
(2007) Θέατρο, Κέδρος
(2007) Θέατρο, Κέδρος
(2006) Ο ήχος της ζωής, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2003) Σ' εσάς που με ακούτε, Η Νέα Σκηνή
(1999) Η διανυκτέρευση. Η πόλη. Η παρέλαση, Κέδρος
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2016) Οι απέναντι, Πολύτροπον
(2015) Τα κείμενα των Φιλίππων, Κάπα Εκδοτική
(1991) Παρά δήμον ονείρων, Εκδόσεις Καστανιώτη

Εδώ μία συνέντευξή της στη Χρύσα Φωτοπούλου / Athens Voice.

Eδώ ένα απόσπασμα από την Παρέλαση, σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολάρι (2011).

6.10.17

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ: 8 Φεβρουαρίου 1911 – 6 Οκτωβρίου 1979



Ελίζαμπεθ Μπίσοπ· γέννηση το 1911 στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης· θάνατος το 1979 στη Βοστώνη· ανήκει στη γενιά των ποιητών που διακρίθηκαν μετά τον β´παγκόσμιο πόλεμο (όπως ο Ράνταλ Τζάρελ, ο Ρόμπερτ Λόουελ, ο Τζων Μπέρρυμαν)· θεωρείται από τις ση­μαντικότερες Αμερικανίδες ποιήτριες και διηγηματογράφους του 20ού αιώνα· εισάγει με την ποίησή της θέματα όπως «η γεωγραφία και το τοπίο», «η σχέση του ανθρώπου με τον φυσικό κόσμο», «τα ζητήματα της γνώσης και της αντίληψης», «η ικανότητα/ανικανότητα του εντύπου για τον έλεγχο του χάους»· έργα: Νorth & South (1949 – βραβείο ποίησης Ηoufhton Mifflin), Poems North & South – A cold Spring (1958 – βραβείο  Pulitzer), Questions of Travel (1965), The Complete Poems (1969 –National Book Award). Θα προ­σθέσω: γράφει μια ποίηση «προσεκτική», «συγκρατημένη»· κι ωστόσο ικανή να προσελκύσει το ενδιαφέρον με τη στοχαστικότητα και την ευφυΐα της· η γλώσσα της είναι αυστηρά ελεγχόμενη· το χαρακτηριστικό στοιχείο που προσ­δίδει και την ιδιαιτερότητα στη φόρμα της είναι αυτή η αποστασιοποίηση από το συναίσθημα, πράγμα που της επιτρέπει να οικοδομεί μία γαλήνια και ουδέτερη γραφή. (Προφανώς, με έναν ανάλογο τρόπο, η ίδια αυτοπροστατεύ­τηκε και στη ζωή της, καλύπτοντας παλιές και νεότερες απώλειες.)

Από το δοκίμιο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη «Όταν η απώλεια γίνεται υψηλή τέχνη [Με αφορμή το βιβλίο του Γιώργου Παναγιωτίδη Ελίζαμπεθ Μπίσοπ: Ποιήματα]», Εντευκτήριο, τχ. 112, 2017.




Δύο ποιήματα της Μπίσοπ, σε μετάφραση Γιώργου Παναγιωτίδη, από το βιβλίο του.


Αγρύπνια  

Η σελήνη στης συρταριέρας τον καθρέφτη
φαίνεται ένα εκατομμύριο μίλια μακριά
(και μάλλον με περηφάνια, για την ίδια,
μα αυτή ποτέ, ποτέ δεν χαμογελά)
κατά πολύ πέρα από τον ύπνο, ή
μάλλον είναι μια ημερήσια κοιμωμένη.  

Από το Σύμπαν εγκαταλελειμμένη
θα του έλεγε να πάει στο διάολο,
και θα έβρισκε ένα σώμα νερού,
ή ένα καθρέφτη, όπου πάνω του να κατοικήσει.
Έτσι περιβάλλεται με φροντίδα μ’ έναν ιστό
και τον πετάει στο πηγάδι  

μέσα σ’ αυτόν τον ανεστραμμένο κόσμο
όπου το αριστερά είναι πάντα δεξιά,
όπου οι σκιές είναι πραγματικά το υλικό σώμα,
όπου οι ουρανοί είναι επιφανειακοί όπως η θάλασσα
είναι τώρα βαθιά, και μ’ αγαπάς.



Έχω την ανάγκη μιας μουσικής  

Έχω την ανάγκη μιας μουσικής που θα κυλάει
στ’ αμήχανα ακροδάχτυλά μου αισθήσεις σαν να οφείλει
πάνω στα πικρά μολυσμένα, τρεμάμενά μου χείλη,
μελωδία, βαθιά, καθάρια, και ρευστά αργή να πάει.  

Ω, παλιά και χαμηλόφωνη, θεραπευτικά να με κουνάει
τραγουδιού τραγουδισμένου ν’ αναπαύσει κουρασμένο νεκρό,
ένα τραγούδι να πέφτει στο κεφάλι μου πάνω σαν νερό,
στ’ ανατριχιασμένα άκρα, όνειρο ξαναμμένο να φεγγοβολάει.  

Υπάρχει ένα μαγικό που ’ναι φτιαγμένο από μελωδία
ένα ξόρκι ανάπαυσης, αθόρυβης ανάσας, και καρδιά γαλήνης,
που βουλιάζει μέσ’ από ξέθωρα χρώματα βαθιά  

μέσα στην υποβρύχια της θάλασσας την ηρεμία,
κι αρμενίζει παντοτινά στο φεγγαρίσιο πράσινο μιας λίμνης
πιασμένη στου ρυθμού και στου ύπνου την αγκαλιά. 



-->