18.1.17

Πέθανε ο Τάκης Καρβέλης



του Αλέξη Ζήρα

Σήμερα το μεσημέρι έφυγε (μπορούμε να πούμε, πλήρης ημερών)  ο Τάκης Καρβέλης (γεννημένος το 1925), ένας ακόμα της παλιάς φρουράς, ευγενής, διακριτικός, γενικότερα χαμηλών τόνων, μα δουλευτής γόνιμος και καλός, δημιουργικός τόσο στην ποίηση όσο και στη μελέτη της λογοτεχνίας μας. 

Πέρα από τη μεγάλη προσφορά του στη διδακτική της Μέσης Εκπαίδευσης (μαζί με τον Μηλιώνη, τον Μπαλάσκα, τον Γρηγοριάδη, τον Παγανό έφτιαξαν τα αναγνωστικά γυμνασίου και λυκείου), ασχολήθηκε ιδιαίτερα- γεννημένος κι αυτός στο Αιτωλικό- με τους προερχόμενους από τη νοτιοδυτική Στερεά Ελλάδα συγγραφείς: τον Κώστα Χατζόπουλο, τον Κωστή Παλαμά, τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, τον Μίνω Ζώτο. Αλλά, σε μια εξαιρετικά διεισδυτική συγκριτολογική μελέτη του, και με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Ανδρέα Κάλβο. 

Ήταν παντρεμένος με τη κλασική φιλόλογο Αικατερίνη Τσοτάκου-Καρβέλη και τιμήθηκε τόσο με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής για την μονογραφία του για τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο, όσο και, μόλις τον προηγούμενο μήνα, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.


Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί στο κοιμητήριο Βύρωνα, το Σάββατο 21 Ιαν. στις 12 το μεσημέρι.

17.1.17

Συνάντηση



της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου

πηγή: Facebook


Καμιά ρωγμή ― στον πηλό φλέβες
ζεστές στο βάθος τους εδώ. Επιθυμούν.
Επάνω τους το γυαλί θα γυρίσει
τις αιχμές του στην άμμο
και άμμος θα χωθεί στον στεναγμό της θάλασσας.
Κάποιος από ψηλά δεν βλέπει.
Ανοίγει μια πόρτα πρωινή, ανοίγει μια πόρτα βραδινή.
Ρίχνει φως ― και το σκοτάδι του.
Ρίχνει νερό ― και τη φωτιά του.
Ρίχνει φωτιά ― και το χιόνι της.
Πέφτουν μαζ ― χωρίζουν μέσα σε δύο οφθαλμούς.

Η συμφιλίωση είναι μια λέξη δική σου
μέσα στις προθέσεις ενός ξένου.
Καμιά ρωγμή ― στον πηλό φλέβες ο χρόνος
ο χρόνος πυργώνει ό,τι ανάβει σαν άστρο το μέλλον.
Όμως με μια Βαβέλ ο χρόνος τελειώνει χωριστά
με τον καθένα. Καμιά ρωγμή.
Η Βαβέλ φέρνει ένα αηδόνι πάνω από τις χωριστές μας λέξεις.
Μια πρόθεση σε ένα ράμφος. Ακουμπάει.
Κοντά και πλάι πλάι.
Κοντά και πλάι πλάι δέντρα μνημονικά
και δεντρόσπιτα γεμάτα φίλους και καρπούς
τον ουρανό τρυγούν τη θάλασσα
τα ηλιοπότηρα υψώνουν στον αέρα
και ακούν το αηδόνι
το μεθυσμένο εδώ
εμείς ακούμε.

13.1.17

Θεία Φανή



του Αντώνη Γκρίτση

πηγή: Facebook


Γιαγιά; Μ' ακούς; Εκεί που πήγα, στο Λονδίνο, γύριζα σπίτι. Δεν είχα κάτι να φάω, πεινούσα. Βρε, τι να φάω, βρε, τι να φάω, δεν έβρισκα τίποτα. Κι έπαιζε τότε στην τηλεόραση μια διαφήμιση. Από εκεί τη θυμήθηκα, γιαγιά, τη θεία Φανή. Είδα την κοπέλα στη διαφήμιση και τη θυμήθηκα. Μου τη θύμισε, γιαγιά, η κοπέλα στη διαφήμιση, πώς εσύ μίλαγες με το «Κωνσταντίνου και Ελένης»; Είχε ένα πρόσωπο... Φωτεινή, και τη θυμήθηκα.

Αχ, κακομοίρα θεία Φανιώ, είπε η γιαγιά τότε. Κι αν σου πω, απ' αυτόν τον καημό πήγε, πουλί μου... Κάτι που πέθαναν από τους τρεις δυο της γιοι, κάτι που στ' αχαμνά της εκείνη ακόμα δεν έλεγε να βασιλέψει... Όπως σας το λέω, αλλά μην το πείτε και μαθευτεί...

Είχαμε μαζευτεί όλα τα εγγόνια, κι η γιαγιά μιλούσε, μιλούσε. Στα τελευταία της, αλλά μιλούσε. Κι εμένα σα να κοιτούσε πιό πολύ, εμένα κοιτούσε. Και σε μένα μιλούσε πιο πολύ σαν να μου 'λεγε γράφε. Η γιαγιά. Για τη συνυφάδα, τη θεία Φανή. Για κάτι που δεν έπρεπε να μαθευτεί σε μένα μιλούσε.

Τη βρήκανε με πεντέξι κολώνιες. Εκεί που πλενόταν τη βρήκαν. Ήπιε έξι κολώνιες για να σκοτωθεί, κι ας είπαν γλίστρησε και σπάσανε τα μπουκάλια. Σκοτώθηκε με τις έξι κολώνιες που ήπιε για να ησυχάσει.

Δε με παίρνει ο ύπνος, Ελένη, αδελφή. Ακόμα να με πάρει, Ελένη, ο ύπνος... Τι τη θέλουμε στα 90 μας γυναίκες, μωρή Ελένη, τόση ζωή, τι τη θέμε; Δε θα πεθάνω, Ελένη, να το δεις... Θα περάσει, μωρή, ο ύπνος και δε θα με πάρει... Βρε, πέθανε πρώτα εσύ κι ο ύπνος, δουλειά του είναι, θα περάσει και θα σε πάρει. Γίνεται να πέσεις χάμω και να χαθείς; Ε, πέσε και πέθανε! Χάσου! Αχ, μωρή γκόρμπα, κακομοίρα θεία Φανή...

Έτσι μας τα έλεγε η γιαγιά και γελούσε. Κλινήρης, στο κρεβάτι κι αυτή. Τα έλεγε όλα αυτά και γελούσε. Κι όταν σταμάτησε να γελάει, την κατάλαβα, είπε, εκείνο το πρωί. Είχα περάσει να τη δω από κει. Να πάει να πλυθεί ετοιμαζότανε, είπε.

Καινούργιοι στον καινούργιο χρόνο



Γράφει ο Πέτρος Σατραζάνης 

Αλλάζοντας ο χρόνος, στις στιγμές των (εκ) βαθέων συλλογισμών είναι που συνειδητοποιούμε πόσο διαδραστικά λειτουργούμε σε σχέση με τους πάντες. Με τις λέξεις τους, με τις διακοπές τους, με τα χέρια τους, με τις ευχές τους. Ένα τραγούδι μοιάζει πανέτοιμο να ξαναενώσει. Ευτυχής συγκυρία θα ’λεγε κανείς, από μια άποψη, η συσχέτιση των αισθημάτων μας σε αυτόν τον δύσκολο καιρό· των αισθημάτων μας που δεν έχουν ανάγκη αποδεικτικότητας για να συνυπάρξουν αιωρούμενα μα και απολύτως ενσωματωμένα μέσα μας. Πολλές συνθήκες έχουν αξιωματικά τακτοποιηθεί σε ντουλαπάκια με πλαστικό ή ηλεκτρονικό ταμπελάκι. Τις τοποθέτησε εκεί η σιγουριά της ανοργασμικής πλέον τηλεοπτικότητας ή το καλπάζον άλογο του ιντερνετικού και ιστοτοπικού αλάθητου;

Φόβος και πάθος. Μεγαλείο και εσωτερικό βάθος. Πολυμήχανα σκεύη προσφέρουν ηδονή απλόχερα με αδιευκρίνιστο τίμημα. Ας ξεκινήσουμε τον νέο χρόνο με ένα ραδιόφωνο ανοιχτό. Με μια μάζωξη σε σπίτι όπου κάποιος θα παίζει πιάνο και ένας άλλος θα ανοίγει το παράθυρο, όχι για να μπει το κρύο αλλά για να κοινωνηθεί η αγάπη. Μετρώντας τις νίκες μας, καθώς η σκοτεινιά του νέου αιώνα πλησιάζει σαν τέφρα που μας έρχεται ψιχαλιστά. Οι νίκες είναι για να γιορτάζονται, οι λέξεις για να ματώνουν μέσα μας και η μουσική για να μας κρατά ιδρωμένους στην αλήθεια της. Και η μέθη είναι μια διαπίστωση ότι μπορούμε ακόμη να πεθάνουμε υπερήφανοι.


Πίστη στο τίμημα. Στις εκδορές που υφίστανται το κορμί και η ψυχή από την άφοβη αλήθεια του Χρόνου. Καλή χρονιά, με την αίσθηση ότι το παιδικό παραμύθι που μας γοητεύει αλλά και μας δυσκολεύει είναι η δική μας μικρή και μεγάλη ιστορία ενός αισθήματος γεμάτου νόημα.

11.1.17

Σημάδι



γράφει ο Τέλλος Φίλης

ξέρω ότι υπάρχεις
απ' τις πατημασιές στο χιόνι
είσαι λύκος, είσαι έρωτας
δεν έχει σημασία

στην παγωμένη σιωπή,
η ύπαρξη σου, ένδειξη,
κάποιος επιμένει 
κόντρα στους καιρούς
μ' έναν τριγμό νιφάδας
ν' αφήνει το σημάδι του

με ήχους ανεπαίσθητους
στον θόρυβο της Ιστορίας
δρόμους σημαδεύει

υπάρχει πέρασμα, υπάρχει λύση
υπάρχει κι άλλος σαν εμένα 
«πάτα γερά»



6.1.17

5η Λογοτεχνική Σκηνή [2016]: Απολογισμός και βίντεο




ΣΤΗ ΦΕΤΙΝΗ, ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ

21 ποιητές και πεζογράφοι
στη Λογοτεχνική Σκηνή 2016

18-19 Νοεμβρίου, στο θέατρο «Άνετον»

Συνδιοργάνωση του «Εντευκτηρίου» και του Δήμου Θεσσαλονίκης


Η 5η Λογοτεχνική Σκηνή πραγματοποιήθηκε στις 18 και 19 Νοεμβρίου 2016 στο δημοτικό θέατρο «Άνετον». Συμμετείχαν είκοσι ένας καταξιωμένοι, νεότεροι αλλά και πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές και πεζογράφοι από τη Θεσσαλονίκη, από την Αθήνα, την Έδεσσα, και τη Λάρισα, καθώς και ένας Σύριος πρόσφυγας που διαμένει σε camp στην περιοχή της Θεσσαλονίκης· επίσης, ένας συνθέτης και μουσικός, μία ερμηνεύτρια, ένας χορογράφος και ένας χορευτής· έγιναν ακόμη μικρά «αφιερώματα» στην Άννα Αχμάτοβα, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Ζαν Ζενέ, τον Κλείτο Κύρου και τον Δ. Ν. Μαρωνίτη.
Η 5η Λογοτεχνική Σκηνή διοργανώθηκε από το περιοδικό «Εντευκτήριο» και τον Δήμο Θεσσαλονίκης (Διεύθυνση Πολιτισμού & Τουρισμού και Α΄ Δημοτική Κοινότητα), με τη χορηγική υποστήριξη της Cosmote και της ΕΥΑΘ.
Τη Λογοτεχνική Σκηνή συντονίζει ο Γιώργος Κορδομενίδης, ο οποίος και εμπνεύστηκε τον θεσμό το 2012.


Αντί άλλου “απολογισμού”, παρατίθενται εδώ τα σχόλια μερικών από τους συντελεστές της διοργάνωσης:

Έλλη Χρυσίδου, αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης «Η γλώσσα είναι λοιπόν εντεύθεν της λογοτεχνίας, το ύφος σχεδόν επέκεινα: εικόνες,τρόπος έκφρασης, λεξιλόγιο, γεννιούνται από το σώμα και το παρελθόν του συγγραφέα και γίνονται σιγά σιγά οι αυτοματισμοί της τέχνης του» (P. Μπάρτ).
Αυτό αναδεικνύει η Λογοτεχνική Σκηνή: την προβολή  του λόγου στον χώρο, την  “άλλη” ανάγνωση. Η Λογοτεχνική Σκηνή είναι σημαντική γιατί κάνει “πράξη” τον  “λόγο”.

Δημήτρης Αθηνάκης, ποιητής Δεν μπόρεσα, μέρες μετά, να ζυγίσω τι αποκόμισα από τη φετινή, πέμπτη Λογοτεχνική Σκηνή του «Εντευκτηρίου». Μου αρέσει όμως που δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι. Το μπλέξιμο των λέξεων με την κίνηση, των φωνών με τη μουσική και όλων μαζί με την πόλη αθροίζουν αυτό για το οποίο ένα φεστιβάλ δικαιούται να είναι περήφανο: την εγγύτητα μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων, λόγων και κινήσεων. Δεν είναι καθόλου λίγο. Η Λογοτεχνική Σκηνή είναι αυτό.

Βασίλης Αμανατίδης, ποιητής-περφόρμερ Συγκρίνοντας μέσα μου την αίσθηση με την πρώτη συμμετοχή μου στη Λογοτεχνική Σκηνή το 2012, αντιλήφθηκα ότι: Μεγαλώνοντας, ελευθερώνομαι σκηνικά ως performer – κάτι που χωρίς την ευκαιρία ανάλογων εκδηλώσεων δεν θα μου ήταν διόλου εύκολο να το αντιλαμβάνομαι. Εάν η Λογοτεχνική Σκηνή δεν παραμείνει στην πόλη ως θεσμός, η πόλη θα χάσει μια σπουδαία ευκαιρία να απολαμβάνει –αλλά και να αναμετριέται με– μία από τις βασικότερες (αν και σχετικά παραμελημένες) λειτουργίες της λογοτεχνίας: την ακροαματική. Η επαφή με συγγραφείς –περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς– είναι πάντα χρήσιμη τόσο για έναν συγγραφέα όσο και για το κοινό, αφού ευνοεί, μεταξύ άλλων, όχι μόνο την πολλαπλή ανάπτυξη των αξιολογικών μας κριτηρίων, αλλά και την εξοικείωση με τη γραφή και τους φορείς της (η σύγχρονη λογοτεχνία δεν είναι βεβαίως αχειροποίητη, αλλά δημιουργείται από –ευτυχώς ακόμη– ζωντανά πλάσματα, με σώμα, νεύρο, αύρα και φωνή).

Γιάννης Κοτσιφός, ποιητής Και μόνο η πρόκληση να διεκδικήσεις τη συγκέντρωση του κοινού για σχεδόν 7 λεπτά διαβάζοντας θα αρκούσε, ωστόσο υπήρχε και μεγαλύτερο στοίχημα: Να διαπιστώσεις ότι ο ίδιος, φορτωμένος τα νωχελικά αντανακλαστικά του αναγνώστη που δεν είναι ούτε αθώος πια ούτε ανέμελος, μπαίνεις σ’ κείνη την κάπως λησμονήμένη κατάσταση εγρήγορσης και δοκιμάζεις ξανά την αίσθηση της έκπληξης έναντι της λογοτεχνίας. Ακόμη κι αν είναι προσωρινό, μεγάλο κέρδος... 

Θάνος Λουμπρούκος, ποιητής Η εμπειρία μου στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή ήταν αξιομνημόνευτη! Περάσαμε τρεις όμορφες ώρες ακούγοντας πολύ ενδιαφέροντα ποιήματα και πεζά. Αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός ότι δεν έπληξα ούτε στιγμή (κάτι που μου συμβαίνει συχνά σε ανάλογα δρώμενα…), αφού οι συμμετέχοντες ήταν διαφορετικοί μεταξύ τους: άλλος πιο εκφραστικός, κάποιος άλλος πιο θεατρικός, άλλος πιο υποβλητικός. Υπήρχε εναλλαγή προσώπων, τοπίων, αισθημάτων και αισθήσεων. Θα τολμούσα να πω πως απόλαυσα μια ενδιαφέρουσα λεκτική βεντάλια όλων των αποχρώσεων ενώ δηλώνω ευτυχής όχι μόνο που μου δόθηκε ευκαιρία να παρουσιάσω ένα (πιο κρυφό;) κομμάτι του εαυτού μου στη λογοτεχνική μου πατρίδα, τη Θεσσαλονίκη, αλλά και που γνώρισα ωραίους ανθρώπους, με ειλικρινή αγάπη για τη λογοτεχνία.

Μύρων μ. Παβένος, ποιητής Το «Εντευκτήριο» και οι εκδόσεις του μάχονται έμπρακτα, μέσα στην καθημερινότητα, και αναδεικνύουν νέους δημιουργούς. Η πράξη για άλλη μια χρονιά ονομάστηκε 5η Λογοτεχνική Σκηνή! Αυτό είναι το σκαλί το πρώτο για τους νέους ποιητές ή το επόμενο για τούς υπάρχοντες· η συγκίνηση έρχεται όταν τα λόγια συναντούν την πράξη, και όταν άγνωστες λέξεις, έρχονται κοντά.

Αργύρης Παλούκας, ποιητής Μια ωραία στημένη διοργάνωση χωρίς την τυπολατρεία που συνήθως βαραίνει παρόμοιες εκδηλώσεις. Οι στιγμές χαλαρότητας καθόλου δεν επηρέασαν τους αρμούς της διήμερης Λογοτεχνικής Σκηνής. Πολύ σημαντικό για μένα ήταν το ότι ξανασυνάντησα ανθρώπους που εκτιμώ και γνώρισα καινούργιους. Η γενική γενναιοδωρία εκ μέρους του «Εντευκτηρίου» είναι επίσης αξιομνημόνευτη.

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, πεζογράφος Εκείνο το βράδυ έσερνα 850 χιλιόμετρα και πολλή αγωνία. Η κούραση είχε σταθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και αρνιόταν. Ένα βλέμμα μ’ ενθάρρυνε και οι λέξεις που το ακολούθησαν μ’ ενδυνάμωσαν. «Ή τώρα ή ποτέ», σκέφτηκα και μίλησα. Ύστερα, άστραψαν φώτα κι ήρθαν πολλά ζεστά χέρια και μ’ άγγιξαν. Αυτή ήταν η επίσημη “πρώτη” μου στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή. Ευχαριστώ κι όλον τον κόσμο, που έγινε μια ζεστή αγκαλιά για μένα. Ευχαριστώ και τις λέξεις. Ο ήχος τους ήταν τόσο ζεστός όσο η λύτρωση.

Πέτρος Σατραζάνης, συνθέτης Η Θεσσαλονίκη έκλεινε πάντα στην αγκαλιά της τους μοναχικούς, τους ερωτευμένους, και τους ποιητές. Χαρά και τιμή μου που προσκλήθηκα και συμμετείχα στην 5η Λογοτεχνική σκηνή, παρουσιάζοντας τη μουσική μου επάνω σε ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα και του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Πρόκειται για θεσμό που, σαν μια μικρή όαση λογοτεχνικής έκφρασης, επιμένει πεισματικά στη γυμνή ομορφιά της ποίησης και της πεζογραφίας στη Βόρεια Ελλάδα.

Η εκδήλωση σε τμηματικά βίντεο, σύμφωνα με το πρόγραμμα:

1η βραδιά, 18 Νοεμβρίου















[ Για τον Οδυσσέα Ελύτη προβλήθηκε σύντομο βίντεο στο οποίο διαβάζει ο ίδιος ποιήματά του ― δεν το αναρτούμε στο youtube, καθώς δεν έχουμε τα δικαιώματα γι' αυτό.]


2η βραδιά, 19 Νοεμβρίου



















5.1.17

Πέθανε ο πεζογράφος Χριστόφορος Μηλιώνης



[ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων]

Με μεγάλη μας λύπη πληροφορηθήκαμε τον θάνατο του βραβευμένου πεζογράφου και ιδρυτικού μέλους της Εταιρείας μας, Χριστόφορου Μηλιώνη. Ο Χριστόφορος Μηλιώνης ήταν ένας καταξιωμένος συγγραφέας, ιδιαίτερα γνωστός για τα διηγήματά του, τα οποία βραβεύτηκαν και μεταφράστηκαν στο εξωτερικό. Στους οικείους του εκφράζουμε τη συμπαράστασή μας.  
Ο Χριστόφορος Μηλιώνης γεννήθηκε στο Περιστέρι Πωγωνίου, των Ιωαννίνων, το 1932. Φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή και σπούδασε φιλολογία στο ΑΠ Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησε τη μέση εκπαίδευση, στην Ελλάδα και την Κύπρο, ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος. Υπήρξε μέλος της ομάδας εργασίας που συνέταξε τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γυμνασίου/Λυκείου, και μέλος των εκδοτικών ομάδων των γιαννιώτικων περιοδικών Ενδοχώρα και Δοκιμασία. Αρκετά άρθρα του δημοσιεύτηκαν στην Φιλολογική Καθημερινή και αργότερα στα Νέα. Ήταν σύζυγος της ομότιμης καθηγήτριας της γαλλικής φιλολογίας Τατιάνας Τσαλίκη-Μηλιώνη, και ιδρυτικό μέλος (έχοντας διατελέσει και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου) της Εταιρείας Συγγραφέων.

Στα γράμματα πρωτοπαρουσιάστηκε το1954, με διήγημά του, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία. Ακολούθησαν τα βιβλία διηγημάτων (θεωρείται από τους σημαντικότερους του είδους στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα): Παραφωνία (1961)· Το πουκάμισο του Κένταυρου (1971)· Τα διηγήματα της Δοκιμασίας (1978)· Το πουκάμισο του Κένταυρου και τ’ άλλα διηγήματα (1982, συγκεντρ. έκδ.)· Καλαμάς κι Αχέροντας (1985)· Χειριστής ανελκυστήρος (1993)· Το μικρό είναι όμορφο (1997)· Τα φαντάσματα του Γιορκ (1999)· Μια χαμένη γεύση (1999)· Η φωτογένεια (2002), Ακροκεραύνια (1976)· Το μοτέλ. Κομμωτής κομητών (2005) , μυθιστορημάτων: Δυτική συνοικία (1980)· Ο Σιλβέστρος (1987),  φιλολογικών μελετών, δοκιμίων και μεταφράσεων από τα αρχαία ελληνικά. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986), το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω (2000) και το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2005).

«Κεντρική σημασία σε όλα τα πεζά του Χριστόφορου Μηλιώνη έχει η μνήμη, ο απεριόριστος και αεικίνητος χρόνος της αναθύμησης, της αναπόλησης. `Ολα συμβαίνουν εκεί, καθώς σχεδόν όλες οι ιστορίες του εκκινούν από προσωπικά βιώματα και αναπτύσσονται έπειτα διασταλτικά μέσω της συγγραφικής φαντασίας, με τη χρησιμοποίηση προσώπων που αφηγούνται για λογαριασμό του. Επίσης, κεντρικό ρόλο στις μικρές και μεγάλες ιστορίες του Μηλιώνη παίζει το περιβάλλον, συνήθως ο εξω-αστικός χώρος, η ενδοχώρα των Ιωαννίνων και το φυσικό τοπίο της, εκεί όπου ο ίδιος άρχισε να σχηματίζεται ως συνείδηση και εκεί όπου απέκτησε τα νεανικά και παιδικά του βιώματα, συσχετισμένα σχεδόν πάντοτε με το βαρύ αποτύπωμα της ιστορίας της Κατοχής και του Εμφυλίου, και των δραματικών επιπτώσεών της δράσης της στη ζωή των ανθρώπων. Ως άξιος συνεχιστής μιας πεζογραφικής παράδοσης που ξεκινά από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και φτάνει ως τον Δημήτρη Χατζή και τον Γιώργο Ιωάννου, στην οποία παράδοση η αίσθηση και η έννοια του γηγενούς, της μητέρας πατρίδας, αποτελούν τον πυρήνα της ποιητικής τους, ο Μηλιώνης αντέταξε ως διαρκέστερο πυρήνα των μυθοπλασιών του την περιοχή της Ηπείρου. Εκεί έστησε το τοπίο της προσωπικής του μυθολογίας. Θρύλοι, ακούσματα δικά του, εικόνες από δημοτικά τραγούδια, παραμύθια, αναμνήσεις που διαπλέουν τον παρελθόντα και παρόντα χρόνο, υπήρξε η πρωταρχική του ύλη. Ο μετρημένος, βασανισμένος, ασκητικός μικρόκοσμος της Ηπείρου έγινε μέσω της λογοτεχνικής του αναπαράστασης ο κόσμος της δημιουργικής φαντασίας που τον έκαναν στη συνέχεια αγαπητικά δικό τους οι αναγνώστες του.  Αυτός ο λογοτεχνικός χώρος έγινε, βιβλίο το βιβλίο, το πεδίο της νοσταλγικής του καταφυγής, της κάθαρσης από τη φθορά του αστικού βίου, της λύτρωσης από τον ισοπεδωτικό και απρόσωπο ρυθμό της ζωής στην πόλη. Ακόμα κι όταν δεν κατονομάζεται γεωγραφικά, υπονοείται καθαρά από την υποβλητική περιγραφή του αδρού, ορεινού τοπίου και των αρχέγονων σχέσεων των ανθρώπων. Από την ελεγειακή ψυχική διάθεση όσων έζησαν εκεί σε συνθήκες άκρως λιτοδίαιτες αλλά πλούσιες ως προς την εσωτερική ζωή. 
Και, συμπληρωματικά με τα παραπάνω, αξίζει να τονίσουμε ένα από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του έργου του Μηλιώνη, τον εσωτερικό ρυθμό που μεταφέρεται από την ψυχική κατάσταση στη ροή της αφήγησης, κάνοντάς την ελεγειακή. Η σιωπή των βουνών, οι λίγες μόλις απαραίτητες λέξεις που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, ο ήχος των φυσικών στοιχείων που γεμίζει το βάθος των ιστοριών, η θλίψη για τα φονικά, όλα αυτά ανταποκρίνονται στον μουσικό, παραπονεμένο τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας του Καλαμά και Αχέροντα αναμνημονεύει και αφηγείται περιστατικά, όπου εγκιβωτίζεται το βουβό πάθος, η εγκαρτέρηση, η ερωτική λαχτάρα, η συναισθηματική οδύνη λαϊκών κατά βάση ανθρώπων. `Η ανθρώπων που έχουν την ικανότητα να συναισθάνονται την εσωτερικότητα της λαϊκής ψυχής. Ασφαλώς, αυτή η διπλή σχέση του Χριστόφορου Μηλιώνη με τον χώρο και την ιδιαίτερη κοινωνία του, υπήρξε σε τέτοιο σημείο καθοριστική για το έργο του, ώστε τα πρόσωπα των ιστοριών του πολύ συχνά, όταν είναι φορτωμένα από συναισθηματικές εμπλοκές, αδιέξοδες καταστάσεις ή αποτυχίες, αναζητούν την αναβάπτιση και ίασή τους σ΄ετούτο τον λιτό, απέριττο, πολλαπλά δύσβατο και δυσβάστακτο,  αλλά και πηγαίο κόσμο της δεκαπενταετίας 1935-1950».

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

3.1.17

Η δίκαιη λύπη του ποιητή



του Γιάννη H. Iωάννου

πηγή: περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 109 


Κυριάκος Ευθυμίου. Κυρτός αλατοπώλης. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015, 72 σελ.

Το έργο χωρίζεται σε πέντε ενότητες, που διατηρούν μεταξύ τους μια σχετι­κή ανεξαρτησία. Η οργάνωση της συλ­λογής δεν φαίνεται να πραγματοποι­ή­θηκε με στόχο μια οποιανδήποτε νοη­μα­τική αιτία. Παρ’ όλ’ αυτά, επιτυγ­χά­νεται μια εξελικτική πορεία που εγκαι­νιάζεται με τους αποφθεγματικούς στί­χους με τους οποίους ανοίγει και κλεί­νει η συλλογή: «Το φεγγάρι φωτί­ζει τρυφερά τ’ ακατάληπτο. Ένα σώμα αμίλητο με τα μάτια κλειστά». Η είσο­δος αυτή ανακοινώνει την επιδίωξη του ποιητή στην πορεία που θα διανύ­σει. Αναζητά το ακατάληπτο μέσα από μια μοναχική πορεία, αποξενωμένος, με ελάχιστη κατανόηση από τον περιβάλ­λοντα κόσμο. Διεισδύει σε μύχιες σκέ­ψεις, ενοχές, αγωνίες, πληγές και φοβί­ες, και τις ανασύρει στην επιφάνεια με λέξεις μέσα στις οποίες συχνά δεν χω­ρούν τα νοήματα, τα βιώματα και οι καταστάσεις που αποκαλύπτει. Oι λέξεις προσωποποιούνται, χαρακτηρί­ζονται από έναν ανθρωπομορφισμό, επικυρώνοντας τη θέση του Mallarmé, ότι δηλαδή η ποίηση γίνεται με λέξεις, όχι με ιδέες. Μέσα από αυτόν τον αν­θρωπομορφισμό, επιτυγχάνεται η υ­πέρβαση της βούλησης του ποιητή και η αυθεντική έκφραση του υποσυνεί­δητου. 



Ο Κυριάκος Ευθυμίου διαβάζει ποιήματά του
στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή, Θεσσαλονίκη, 18.11.2016


Αναδεικνύεται μια διάσταση ανάμε­σα στον ποιητικό εαυτό και στον υπαρ­ξιακό. Oι δύο διαστάσεις συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται: «Αυτός που ήμουν έγινα» (σ. 51), κατ’ αναλογία προς το ελυτικό «Αυτός που γύρευα είμαι» (Το Άξιον Εστί) και το “Je est un autre” («Εγώ είναι ένας άλλος») του Rimbaud. Η πληθυντική αυτή έκφραση τον οδη­γεί σε μια αυτοδιάσπαση που του επι­τρέπει να αποσυντίθεται και να διαλέ­γεται με τα στοιχεία που συνθέτουν το είναι του: φωνή, ψυχή, δάκτυλα κτλ. Έτσι, διοχετεύεται μέσα στο κείμενο μια πολυφωνική μορφή έκφρασης, που αναδεικνύει έναν υπαρξιακό πλουραλι­σμό ο οποίος ακυρώνει την έννοια της αντίφασης. Η αντίφαση είναι χαρακτη­ριστικό της λογικής, όχι της καλλιτε­χνικής δημιουργίας: «Επιστρέφω μέσα μου ήσυχα» (σ. 11), «Έλα, ύπνε, κλείσε την πόρτα της φωνής» (σ. 12), «Έλα, φωνή μου, παρακαλώ σε, ας φύγουμε από δω, μιλώντας» (σ. 17) ή «παίρνω την ψυχή μου αγκαλιά» (σ. 20): «Από­μακρος καθίσταμαι. Ενδύομαι το πρό­σωπο που είμαι» (σ. 37). Η πολυφωνία αυτή εκφράζει έναν συνεχή διάλογο με τον εαυτό του, ο οποίος αναδεικνύει βιωματικές καταστάσεις, αισθήματα και συν-αισθήματα που αλληλοσυ­γκρούονται μέσα σε έναν κόσμο χαοτι­κό. Η προσωποποίηση των λέξεων λει­τουργεί ως υπέρβαση της ατομικής βού­λησης και στηρίζει αυτόν τον διά­λογο, επιτρέποντας την αυθεντική έκ­φραση του υποσυνείδητου: «Τούτες τις λέξεις ποιος τις γράφει, ποιος είν’ αυτός που νομίζει πως είμαι;» (σελ. 60) ή «Το στόμα σου κατάμεστο από λέ­ξεις/ λέξεις που λουφάζουν μην τις μιλή­σεις/ λέξεις που φωνάζουν να τις φωνάξεις/ λέξεις που σφάζονται μεταξύ τους..» (σελ. 59). Oι λέξεις ανεξαρτητοποι­ού­νται από το υποκείμενό τους, θέτοντας τον ποιητι­κό εαυτό πάνω από τον υπαρξιακό. O ποιητικός άνθρωπος εί­ναι αυτός που μπορεί να συλλάβει την πληρότητα ε­νός κόσμου αντιφατικού, χαοτικού και σίγουρα τραυματικού.

O γενικός τόνος της συλλογής είναι χαμηλός, συχνά διακριτικός. Υποβό­σκει μια συνεχής απαισιοδοξία, μια μα­ταιοδοξία γι’ αυτό που άλλοι θα αποκα­λούσαν κοινωνικές, εθνικές, θρησκευ­τικές ή ιδεολογικές αξίες, ή ακόμη κοινωνική καταξίωση, μια παρακμιακή ατμόσφαιρα σε έναν κόσμο αυτοαναι­ρούμενο, γεμάτο ενοχές, μύχιους και ανομολόγητους φόβους, αγωνίες, υπο­κρισίες και διαψεύσεις: «Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής. Μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες» (σ. 14). Καμιά μεγάλη ιδέα ή προοπτική δεν είναι σε θέση να υποκα­ταστήσει ή να πληρώσει το υπαρξιακό κενό. Μόνο οι μικρές καθημερινές χα­ρές μέσα από την σπουδή του ασήμα­ντου. Η στοργή και η τρυφερότητα της μάνας έρχεται να απαλύνει τις πληγές. Ενώ οι μικρές και ασήμαντες λεπτομέ­ρειες αναδεικνύονται πολύ σημαντικές στην καθημερινότητα του ποιητή. Η λύπη είναι το κυρίαρχο συναίσθημα στη σχέση του ποιητή με τον κόσμο: «λυπημένων ψαράδων», «ουράνια λύ­πη», «ασάλευτη λύπη», «δεν μεγαλώ­νει η λύπη μου», «σαν λυπημένο χρώμα», «λυπημένη διαύγεια», λυπη­μένα ασάλευτα χείλη», «δίκαιη λύπη» ― και αυτές οι εκφράσεις είναι μόνο ενδεικτικές. Η μοναξιά είναι το κατα­φύγιό του, που κατοικείται από τους φόβους, τις φοβίες, τα τραύματα, τις ενοχές, τον πόνο, τις πληγές και την πίκρα. Ταυτόχρονα, επιτρέπει στον ποι­ητή να υιοθετήσει μια διερευνητική προσέγγιση στη σχέση του με τον περι­βάλλοντα κόσμο, έναν κόσμο υποκρι­τικό, παρακμιακό λειτουργώντας λυ­τρωτικά, απελευθερώνοντας τη δημι­ουργική δύναμη που αποτελεί την ά­μυνά του έναντι του κόσμου αυτού.

Η συλλογή κλείνει με δύο απο­φθεγ­ματικούς στίχους, που προφανώς λει­τουργούν ως έξοδος και απαντούν στους αντίστοιχους της εισόδου: «Κάθε αυγή ντυμένη ξενιτιά. Με ρούχα που μυρίζουν αναχωρήσεις», μια ρήση που θυμίζει το ποίημα «Αναχώρηση» (σ. 29): «Ώρα να φύγω τώρα. Να πάω.» Η αποξένωση του ποιητή από τα ανθρώ­πινα και τα εγκόσμια, και η συνεχής αναχώρησή του για την αναζήτηση του εαυτού του ουσιαστικά κλείνει τη  συλλογή, δημιουργώντας την προοπτι­κή της συνεχούς αναζήτησης ενός κά­ποιου νοήματος σε έναν κόσμο που δεν έχει νόημα.

Από αισθητική άποψη, τα κείμενα της συλλογής είναι πολύ προσεγμένα, γραμμένα σε μια γλώσσα ταυτόχρονα α­πλή αλλά και βασανιστικά μελετημέ­νη. Oι λέξεις χρησιμοποιούνται σε ιδι­αί­τε­ρα δυναμικούς συσχετισμούς και με­τα­φέρουν μια ιδιαίτερη φόρτιση σε σχέ­ση με το νοηματικό τους περιεχό­με­νο. Επι­τυγχάνεται έτσι μια νοηματική α­κρί­βεια που συνδυάζει τον ρυθμό με την παρηχητική μουσικότητα του στί­χου.

Το μεταφορικό σύστημα είναι πράγ­ματι πλούσιο και πρωτότυπο και χαρα­κτηρίζεται από τολμηρούς συσχετι­σμούς που δημιουργούν εικόνες προ­σωπικές, προσδίδοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα ταυτότητας στο αισθητικό του σύστημα: «σκυθρωπών διαψεύσεων» (σ. 43), «λυπημένη διαύγεια» (σ. 44), «δρι­μύ ψέμα των ουρανών» (σ. 46), «πρό­σφυγες φόβοι» (σ. 54), «θυμωμένη πλη­γή» (σ. 55) «πνιγμένο κουράγιο» (σ. 59), «ενάρετα ξίφη» (σ. 61), «μάταιο λυγμό» (σ. 65). O μηχανισμός της εικονοπλα­σίας στηρίζεται στην σύζευξη επιθέτων ή επιθετικών προσδιορισμών φορτι­σμένων με έντονα συναισθήματα ή η­θικό περιεχόμενο από τη μια και αφη­ρημένες έννοιες και βιωματικές κατα­στάσεις από την άλλη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πρωτότυπες εικό­νες που προκαλούν συνεχώς το πνεύμα του αναγνώστη και ασυναίσθητα ει­σχωρούν και αποτυπώνονται μέσα του, αφυπνίζοντας και ερεθίζοντας ό,τι πιο ανθρώπινο ενυπάρχει ως απωθημένο βίωμα, φοβία, χαρά ή λύπη, αγωνία ή ενοχή, ή ακόμη και περιέργεια.

Η συλλογή του Κυριάκου Ευθυμίου είναι στην πραγματικότητα μια λυτρω­τική πράξη που του επιτρέπει να περά­σει από τους βασανιστικούς προβλημα­τισμούς για τον κόσμο και τη ζωή, στην ανάδειξη της σεμνότητας, της αυ­θεντικότητας, της ειλικρίνειας, της απλής και ασήμαντης καθημερινότη­τας, ως αξιών της πορείας μας από τη γέννηση στον θάνατο. Ενδεικτικό γι’ αυτό είναι το ποίημα «Παράφορο φιλί», όπου ο ποιητής αναμετράται με την αγωνία και τον φόβο μας του θανάτου, για να φτάσει στη λύτρωση.